Αφιέρωμα στόν Παναγιώτη Σαμάρα

Παναγιώτης /. Σαμάρας
1906-1985


-Δημοτική Κοινότητα Λουτρών
~ Ν.ΠΛΛ. Πολιτισμού - Αθλητισμού & Τουρισμού
Δήμου Λέσβου


Φέτος με αφορμή το 2° Λουτραγώτικο Αντάμωμα θελήσαμε, ανάμεσα στα άλλα, να τυπώσουμε και το φυλλάδιο αυτό σαν έναν ελάχιστο φόρο τιμής σε έναν μεγάλο Δάσκαλο που είχε καταγωγή από τα Λουτρά μας. Είναι ο Παναγιώτης I. Σαμάρας που άφησε έντονο το αποτύπωμά του στην εκπαίδευση και την πολιτιστική ζωή του νησιού μας.

Ο Παναγιώτης Σαμάρας είδε το φώς της ζωής στα Λουτρά κι έφυγε για τη Μυτιλήνη με την οικογένεια του όταν ήταν ακόμα πολύ μικρός. Ερχόταν συχνά στο χωριό και καυχιόταν για την Λουτραγώτικη καταγωγή του και τους Λουτραγώτες μαθητές του. Του άρεσε πολύ να πίνει το ρακί του στη Σκάλα Λουτρών μαζί με αγαπημένους του φίλους και συχνά διηγιόταν πώς ψάρευε μικρός με αυτοσχέδιους καλαθένιους κύρτους στο Ακόθ.
Γεννήθηκε το 1906 σε φτωχή οικογένεια και πάλεψε πολύ σκληρά για να μπορέσει να πετύχει τους στόχους και τα όνειρά του. Σπούδασε φιλολογία στο, μοναδικό τότε, Πανεπιστήμιο Αθηνών κοντά σε σπουδαίους καθηγητές. Μόλις πήρε το πτυχίο του διορίστηκε καθηγητής στη Β. Ελλάδα όπου και γνώρισε την μετέπειτα σύζυγό του Βέτα. Σύντομα μετατέθηκε στη Μυτιλήνη και συνέδεσε τη ζωή του μόνιμα με το νησί, μέχρι τη συνταξιοδότησή του, εκτός από το μικρό διάστημα που δίδαξε στο ελληνικό Γυμνάσιο του Χαρτούμ, αμέσως μετά την απελευθέρωση της χώρας από τους Γερμανοϊταλούς.
Άψογος και με υποδειγματική ευσυνειδησία στα εκπαιδευτικά του καθήκοντα, με τρόπο διδασκαλίας ζωντανό και γλαφυρό, κέρδισε τη θέση του ανάμεσα στους μεγάλους Λέσβιους εκπαιδευτικούς και κέρδισε δίκαια τον τιμητικό τίτλο Δάσκαλος1.
Μεγάλη ήταν η χαρά του όταν τον σταματούσαν παλιοί μαθητές του ύστερα από πολλά χρόνια για να τον χαιρετίσουν. Του έδιναν έτσι την ευκαιρία να δοκιμάσει την οξύτατη μνήμη του, για την οποία δικαίως καμάρωνε, όταν αράδιαζε το όνομα του μαθητή, το χωριό καταγωγής του και το έτος αποφοίτησής του από το Γυμνάσιο.
Η μεγάλη αγάπη για τον τόπο του τον οδήγησε στη συστηματική συγκέντρωση, μελέτη και επεξεργασία στοιχείων για την ιστορία της Μυτιλήνης. Στο αρχείο του συμπεριλαμβάνονται πολλά βιβλία, μελέτες, άρθρα και διαλέξεις για την εκπαίδευση, την τοπογραφία, τα ιστορικά πρόσωπα, τα κτίσματα, τα ήθη και τα έθιμα του νησιού.
Η παρουσία του ήταν έντονη και στην κοινωνική ζωή του νησιού. Δεν δίστασε να δηλώσει την αντίθεσή του με την εισβολή και κατοχή της πατρίδας μας από τους Γερμανούς με αποτέλεσμα να συλληφθεί, να φυλακιστεί στα φρικτά κρατητήρια της οδού Μέρλιν και στο στρατόπεδο Χαϊδαρίου. Βγήκε σωματικά τσακισμένος αλλά με το πνεύμα αγέρωχο και περιέγραψε τις εμπειρίες του στο βιβλίο του «ΜΕΡΛΙΝ - ΧΑΪΔΑΡΙ ΜΠΛΟΚ 15» και πρωτοστάτησε στην ίδρυση συλλόγου φυλακισθέντων και παθόντων από τους κατακτητές.
Ένα μεγάλο μέρος της σημαντικής του πορείας διήνυσε μέσα στην Εταιρεία Λεσβιακών Μελετών. Μπήκε το 1966 ως αντιπρόεδρός και το 1972 εκλέχτηκε πρόεδρός της και παρέμεινε στη θέση αυτή μέχρι και τον θάνατό του το 1985. Στη διάρκεια της εκεί θητείας του τόνωσε το εκδοτικό έργο της Εταιρείας, οργάνωσε διαλέξεις με διάφορα θέματα και εξορμήσεις στην ύπαιθρο για την καταγραφή, οργάνωση και κατάταξη κάθε είδους υλικού που κινδύνευε να χαθεί. Έθεσε τις βάσεις για την δημιουργία στην Εταιρεία Λεσβιακής Βιβλιοθήκης κι ακόμα με την άμεση καθοδήγησή του οργανώθηκαν: 1) Έκθεση λεσβιακού βιβλίου και εντύπου και 2) Έκθεση ιστορικής φωτογραφίας.
Στη διάρκεια της προεδρίας του η ΕΛΜ κατόρθωσε να αποκτήσει ευπρόσωπη ιδιόκτητη στέγη. Μέχρι τότε στεγαζόταν σε διάφορα ακατάλληλα κτίρια με αποτέλεσμα να υφίστανται ανεπανόρθωτες φθορές τα βιβλία και τα αρχεία της από τις βροχές και τις συνεχείς μετακινήσεις. Αυστηρός και προσεκτικός στις επιλογές του ως πρόεδρος προτιμούσε να στερήσει την Εταιρεία από γενναία οικονομική ενίσχυση, παρά να την εκτρέπει από τους καθαρά επιστημονικούς της σκοπούς, όπως εκείνος τους εννοούσε. Και στη στάση του αυτή ο αείμνηστος “Δάσκαλος’ δεν δίσταζε να έλθει σε προσωπικές αντιθέσεις με πρόσωπα αγαπητά και με όλους όσους χαρακτήριζε «εμπόρους των γραμμάτων»
Η προσωπική ζωή του Παναγιώτη Σαμάρα σημαδεύτηκε από πολλά τραγικά γεγονότα. Το πρώτο ήταν ο θάνατος, σε νεαρή ηλικία, του αδερφού του Μιχάλη, που είχε διακριθεί στην Νομική Σχολή, από μια τούβλινη κορνίζα που αποκολλήθηκε από κτίριο στην οδό Πανεπιστημίου στην Αθήνα και τον χτύπησε στο κεφάλι. Ο νεότερος αδερφός του Μανώλης, που δούλευε τυπογράφος στη «Σάλπιγγα», διάβασε τυχαία το χειρόγραφο με την είδηση του θανάτου του αδερφού του, σωριάστηκε αναίσθητος και στην ουσία ποτέ δεν συνήλθε από το σοκ μέχρι που πέθανε σε νευρολογική κλινική της Αθήνας. Ακολούθησαν ο θάνατος του πατέρα του, σε λίγες μέρες και αυτός της μητέρας του, η δική του φυλάκιση στο Χαϊδάρι από τους Γερμανούς και ο θάνατος του μικρότερου αδερφού του Θεόδωρου από αδέσποτη σφαίρα στην Αθήνα.
Το τραγικότερο όμως γεγονός στη ζωή του Π. Σαμάρα ήταν ο θάνατος της μοναχοκόρης του Ζωρζέττας. Τον Φεβρουάριο του 1952 η άτυχη κοπέλα σκοτώθηκε όταν τυχαία γλίστρησε στα βράχια της Φλορίντας. Τα δημοσιεύματα της εποχής δείχνουν το πόσο συγκλονίστηκε σύσσωμη η κοινωνία της Μυτιλήνης.
Από τότε και μέχρι τον θάνατό του, χωρίς ποτέ να κάνει λόγο σε κανέναν, με τη δικαιολογία ότι πάει σε μια δουλειά, οι πιστοί οδηγοί ταξί τον πήγαιναν στο νεκροταφείο της Χρυσομαλλούσας για να αποθέσει λίγα λουλούδια, συνήθως κόκκινα γαρύφαλλα, στον τάφο της κόρης του. Το ότι τον περίμεναν υπομονετικά, για να τον πάνε πίσω στο στέκι του, ήταν για τον Δάσκαλο απόδειξη κατανόησης και συμπάθειας στον πόνο του.
Όλα τα γεγονότα αυτά ο Σαμάρας τα αντιμετώπιζε με στωικότητα, καρτερία, γαλήνη, αξιοπρέπεια, εμποτισμένος από βαθειά χριστιανική πίστη και φιλοσοφική διάθεση. Διέξοδο έβρισκε στις πνευματικές του ενασχολήσεις, στην ιστορία της Παλιάς Μυτιλήνης με τις εκκλησίες και τα τζαμιά της, τους μυντιλήδες και τα τσαμλίκια της, τα σουτερέζια και τις βρύσες της, που φανταζόταν ότι περιμένουν πάντα να ξεδιψάσουν τους κουρασμένους καβαλάρηδες που κατέβαιναν από την Ουτζά ή τη Πάφλα-Καπού πάνω στα περήφανα άτια τους όπως τα έζησε παιδί στο Νιο Χωριό.
Όλες αυτές οι πονετικές εμπειρίες συνέβαλλαν ίσως στη διαμόρφωση μιας δύσκολης και ιδιόμορφης προσωπικότητας. Σύχναζε σε ορισμένα στέκια, καθόταν πάντα στην ίδια θέση και είχε το δικό του γνώριμο ακροατήριο, που τον άκουγε και τον εκτιμούσε. Επιθυμούσε εξυπηρέτηση αποκλειστικά από δύο συγκεκριμένους οδηγούς ταξί και μπορεί να περίμενε ώρα, φορτωμένος, κάτω από ήλιο και βροχή ή μέσα στο κρύο μέχρι να εμφανιστούν και να τον εξυπηρετήσουν αγνοώντας τους άλλους οδηγούς και τα διαθέσιμα αυτοκίνητα.
Την αλληλογραφία του την αντιμετώπιζε εντελώς ανορθόδοξα, ξεχωρίζοντας τα γράμματα που είχαν ενδιαφέρον από το όνομα του αποστολέα. Ιδιαίτερα δύσκολος στις αλληλεπιδράσεις του με τους γύρω του οδηγείτο συχνά στην απόλυτη άρνηση συνεργασίας και συνεννόησης ιδιαίτερα με κάθε ξένο (μη Μυτιληνιό) που εκδήλωνε επιθυμία να ασχοληθεί με θέματα που αφορούσαν το νησί και ζητούσε τη βοήθεια της Εταιρείας Λεσβιακών Μελετών.
Έφυγε από τη ζωή χωρίς να μπορέσει να ολοκληρώσει το έργο του, όπως τουλάχιστον εκείνος επιθυμούσε. Άφησε πίσω του πλούσιο αρχείο με σημειώσεις από παλιούς κώδικες που είχε συλλέξει με όλους τους δυνατούς τρόπους και από προσωπικές μαρτυρίες και αναμνήσεις παλαιοτέρων του. Το έργο του και τα αρχεία του μπορούν να αποτελέσουν βάση παραπέρα έρευνα στην ιστορία της Λέσβου.
Το επιστημονικό του έργο και η εν γένει προσφορά του, που τον είχαν καταστήσει μια σεβαστή προσωπικότητα της πνευματικής Μυτιλήνης θα μείνουν στη μνήμη των επερχόμενων και αποτελούν πρόσκληση για τη συνέχιση τους με την ίδια αγάπη για τον τόπο μας.
Το φυλλάδιο αυτό επιμελήθηκαν η Μαίρη Σαμαρτζή και ο Δημήτρης Μπουρνούς.
Στοιχεία για την βιογραφία του αντλήσαμε από την Έκδοση του Υπουργείου Αιγαίου του 2002 « Αφιέρωμα στον Παναγή I. Σαμάρα » με την φροντίδα της Συντακτικής Επιτροπής του Παιδαγωγικού Βήματος Αιγαίου, καθώς και από τον επικήδειο λόγο του κ.Παύλου Βλάχου.
Πίνακας ιστορικών και φιλολογικών μελετών Παν. I. Σαμάρα
1. Επιδρομές στη Λέσβο - Μυτιλήνη 1934
2. Συμβολή στην ιστορία του Ελληνικού Σχολείου της Ιεράς Μονής Λειμώνος- Μυτιλήνη 1935
3. Ανέκδοτα τραγούδια Δ.Ν. Βερναρδάκη - Μυτιλήνη 1935
4. Η εκπαίδευση στην τουρκοκρατούμενη Μυτιλήνη - Μυτιλήνη 1938
5. Οι Κουλαξίδες - Μυτιλήνη 1946
6. Τοπωνυμικά Λέσβου - Μυτιλήνη 1947
7. Ο Χασάν Πασάς Τζεζάερλη - Μυτιλήνη 1947
8. Η εκπαίδευση στη Λέσβο - Μυτιλήνη 1948
9. Ο Μητροπολίτης Μυτιλήνης Μελέτιος - Μυτιλήνη 1950
10. «Νεοελληνικά αναγνώσματα» Δια την Β’ τάξιν των εξαταξίων Γυμνασίων. Α’ Βραβείον Υπουργείου Παιδείας - Αθήνα 1950
11. Λεσβιακόν Ημερολόγιον 1950. Τόμος Α’-Μυτιλήνη 1950
12. «Το μπλοκ 15» - Χρονικόν Κατοχής - Μυτιλήνη 1950 13.0 Χασάν Πασάς Τζεζάερλη, Β’ έκδοση - Μυτιλήνη 1952
14. Λεσβιακή Λαογραφία - Ανάτυπο - Μυτιλήνη 1954
15. Λεσβιακόν Ημερολόγιον 1954. Τόμος Α’- Μυτιλήνη 1954
16. Λεσβιακόν Ημερολόγιον 1956. Τόμος Α’- Μυτιλήνη 1956
17. Λεσβιακόν Ημερολόγιον 1958. Τόμος Α’- Μυτιλήνη 1958
18. Μουσουλμανικά Τεμένη και ευκτήρια της Μυτιλήνης-Αθήνα 1979
19. Μυντιλήδες-Μυτιλήνη 1979
Πλήθος επίσης εργασιών του έχουν δημοσιευτεί σε εφημερίδες και περιοδικά από το 1929 μέχρι και το 1978

Οικογένεια Σαμάρα.


Πρώτη σειρά: Μιχαλάκης Σαμάρας, Παναγιώτης Σαμάρας, Γιαγιά Αφροδίτη, που κρατά στην αγκαλιά της το Θεόδωρο Σαμάρα, Αφροδίτη Σαμάρα.
Πίσω όρθιοι: Ιωάννης Σαμάρας ο πατέρας, Μαρία Σαμάρα η μητέρα.
Απόσπασμα από το έργο του
Παναγιώτη Σαμάρα
"Το Μπλοκ 15 - Χρονικόν Κατοχής” (Μυτιλήνη 1950)
ΧΑΙΑΑΡΙ ΜΠΛΟΚ 15
Παναγιώτης Σαμάρας μετά την αποφυλάκισή του.
Κ' οι μέρες κυλούσαν αργά κ' οί ώρες μας φαίνονταν χρόνια. Πόσο αργεί, αλήθεια, η ώρα στη φυλακή! Μια μέρα στη φυλακή ήταν για μας ένας αιώνας, μια ζωή. Κάθε πρωί γενιούμασταν, κάθε βράδι πεθαίναμε. Το πρωί το κορμί ξυπνούσε φρέσκο και λαφρύ. Θαρρείς πώς ξανάνιωνε. Το βράδι γίνονταν πτώμα.
Αλήθεια γιατί στη φυλακή, το βράδι σκεβρώνει και βαραίνει τόσο το κορμί; Η ψυχή λεύτερη και δυνατή αντέχει πιότερο, αντιδρά και του δίνει κουράγιο μ' αυτό τίποτα, ούτε θέλει ούτε μπορεί ν' ακούσει. Βαριέται και να κινηθή. Σαν γερασμένο ψωριάρικο και πληγιασμένο άλογο περιμένει μοιρολατρικά το θάνατο σαν λυτρωτή.
Έξω ο κόσμος μια φορά ζει και μια φορά πεθαίνει στη ζωή του. Εκεί μέσα τα πιο πολλά μερόνυχτα οι μελλοθάνατοι χίλιες φορές ζούσαν και χίλιες φορές πέθαιναν. Τόσο πολλές ήταν οι διαδοχικές μεταπτώσεις τους, απ' τη χαρά στη λύπη, απ' την ελπίδα στην απογοήτευση. Εκεί μέσα ένιωθε καθένας κάθε ώρα, κάθε στιγμή τα βάσανα της μαύρης, της πικρής σκλαβιάς και την αξία και τη γλύκα της έξω, της ελεύθερης ζωής. Και το μαρτύριο συνεχιζόταν ως πού κάποιο βράδι έσβηναν όλα για πάντα.
Πόσο αλήθεια μικρό πράγμα είνε η ζωή και πόσο ασήμαντος ο θάνατος...Και πόσο εύκολα εξοικειώνεται κανένας και με τα δυο...
Τα βράδια μας ήταν πάντα βαρειά, σιωπηλά και θλιμμένα. Μόλις έπεφτε ο ήλιος ένας αέρας ανήσυχος και βαρύς, σκορπίζονταν στη μουχλιασμένη μας ατμόσφαιρα, και μια βαθειά σιωπή βασίλευε μέσα στο κελί. Όλοι σωπαίνανε. Μήτε αναπνοή δεν ακουγόταν. Ένα αλλόκοτο βάρος, μια βαρειά πλάκα αγωνίας πλάκωνε τα στήθια μας.
Σκοτείνιαζε, κ' η ώρα της κλούβας πλησίαζε. Τέτια ώρα συνήθιζαν τις τελευταίες μέρες να παίρνουν τους κατάδικους για την εκτέλεση. Το τι αισθανόμαστε αυτές τις ώρες είνε αδύνατο να περιγράφει. Νιώθαμε τέτια ώρα κάθε βράδι, το φόβο του θανάτου, πού φτερούγιζε άγριος κι απειλητικός πάνω απ' τα κεφάλια μας, ανάκατο μένα ακαθόριστο ηδονικό μούδιασμα του κορμιού κι αισθανόμαστε ένα άγνωστο ως τώρα και παράξενο ηδονισμό να πλημμυρά το πονεμένο είναι μας. Και μια απαίσια σκέψη, ένα εφιαλτικό ρώτημα, στριφογύριζε διαρκώς στο μυαλό μας. Άρα γε θα πάρουν απόψε; Θεέ μου, βάλε το χέρι σου, να μην έλθουν. Και το χτυποκάρδι μεγάλωνε. Ως πού κάποια στιγμή ακούγονταν απ' το σιδερόφραχτο ψηλό παράθυρο η φωνή του κράχτη "έρχεται"!
Ήταν η κλούβα πού θάπαιρνε τους μελλοθάνατους. Ακουγόταν τώρα και το απαίσιο μούγκρισμα της μηχανής της. Σε λίγο σταματούσε στη πόρτα του Μπλοκ μας. Κανείς δε μιλούσε. Μόνο πού τα χτυποκάρδια ήταν πιο έντονα. Τις πιότερες φορές η κλούβα μας εύρισκε πλαγιασμένους. Με το "έρχεται" του κράχτη οι πλαγιασμένοι κατάδικοι σαν από σύνθημα βρισκόταν στο πόδι κι άρχιζαν να ετοιμάζονται. Δεν ήξεραν που θάπεφτε ο κλήρος απόψε κι ετοιμάζονταν όλοι. Στο διάδρομο ακουγόταν οι μπότες των Γερμανών πού πλησίαζαν. Θόρυβος στα σίδερα κι ή πόρτα άνοιγε με πάταγο.

Ήταν οι φρουροί με τ' αυτόματα κι ο διοικητής με το μαυροπίνακα της βραδιάς στο χέρι. Στεκόταν στη πόρτα του κελλιού μας και φώναζε τα ονόματα των τυχερών της βραδιάς. Αυτών πού δε θα ζούσαν πια αύριο. Πού
δε θα ξανάβλεπαν το φως της μέρας. Πού έφευγαν χωρίς ν' αποχαιρετήσουν τους δικούς τους. Ο καθένας πού άκουγε το όνομά του έπρεπε, φωνάζοντας παρών, να προφθάσει να βγει έξω, προτού ο διοικητής φωνάξει άλλο όνομα. Αν αργούσε πήγαινε στον άλλον κόσμο δαρμένος και σακατεμένος.
Απ' τους μελλοθάνατους άλλοι, οι πιότεροι, έφευγαν ψύχραιμοι και θαρρετοί αποχαιρετώντας μας μ’ένα ολόψυχο και φωναχτό γειά σας παιδιά, κι άλλοι βουβοί και θλιμμένοι. Μα όλοι χωρίς παράπονο, χωρίς δάκρυ. Άλλως τε ο θάνατος δεν μας εύρισκε ολότελα ανέτοιμους. Χωρίς αμφιβολία, ήταν φοβερός κι ανεπιθύμητος. Το λέγαμε κάθε μέρα. Και με τα τόσα βάσανα πάλι η ζωή γλυκιά’ ναι. Μα όχι και ξαφνικός. Αφού μας θυμόταν τόσα συχνά. Κι αφού πεθαίναμε σχεδόν κάθε βράδι. Ο κατάλογος των θυμάτων τέλειωνε γι' απόψε κι η πόρτα έκλεινε πίσω τους βαρειά.
Και μεις μέναμε ακόμα κατάπληκτοι, άφωνοι και πιότερο θλιμμένοι για τους άδικα χαμένους συντρόφους μας. Ήταν στιγμές πού το τρομαγμένο μυαλό σταματούσε. Δεν έκανε καμμιά σκέψη. Δεν είχε καμμιά επιθυμία ούτε κι' άρνηση. Μα ήταν στιγμές. Μόνον στιγμές. Κι όταν οι μελλοθάνατοι σύντροφοι μας, ταυτόχρονα με το ξεκίνημα της κλούβας άρχιζαν να τραγουδούν το Σουλιώτικο "Έχε γειά καϋμένε κόσμε...". Τότε πια έπεφτε από πάνω μας ο βραχνάς πού μας πλάκωνε. Και συνερχόμαστε. Κι ανασαίναμε.
Και νιώθαμε μια κρυφή ζήλεια και περηφάνεια και καμαρώναμε σαν Έλληνες τους Έλληνες ήρωες, πού περιφρονούσαν το θάνατο, κι η πίστη μας στο υπεράνθρωπο μεγαλείο της μικρής αυτής χώρας, στο θαύμα αυτό πού λέγεται Ελλάδα, χαλυβδωνόταν. Κι η θυσία μας έπαιρνε νόημα.
Και το περήφανο εθνικό αίσθημα θέριευε μέσα μας κι έπνιγε το προηγούμενο και ταπεινό του φιλοτομαρισμού και της αλόγιστης φιλαυτίας, πού για μια στιγμή ανθρώπινης αδυναμίας μας είχε άθελα κυριέψει και μας είχε θολώσει το νου.
Κι έτσι σε λίγες στιγμές το μικρό ατομικό εγώ έσβυνε και χανόταν στο κοινό μεγάλο εγώ του Έλληνα αγωνιστή, πού θυσιάζεται για τη λευτεριά και την τιμή της πατρίδας του.
Κι ώρες-ώρες πια τα καρδιοχτύπια μας άλλαζαν ρυθμό. Άλλαζαν περιεχόμενο. Κι ενώ πρώτα καρδιοχτυπούσαμε τις τραγικές αυτές στιγμές, από μια έντονη λαχτάρα κι' αγάπη προς τη ζωή, τώρα πια, ύστερα από μερικές εκτελέσεις, συνηθίζαμε και δίνοντας νόημα στη θυσία μας το παίρναμε απόφαση. Κι έρχονταν μια μέρα, κι έφθανε ένα βράδι, που εμείς οι ίδιοι, ακούγοντας τη μοιραία, την τραγική στιγμή, απ' το φαρμακερό στόμα του Γερμανού διοικητή, τα ονόματα των μελλοθανάτων συντρόφων μας, δεν τρομάζαμε πια, μα ζηλεύαμε και παραπονιόμαστε γιατί ο θάνατος δεν έκρινε κι εμάς άξιους για τη μεγάλη αυτή θυσία.
Πήραν κι απόψε. Ως αύριο βράδι ποιος ξέρει τι μπορεί να γίνει. Κάθε πρωί ελπίζαμε. Και κάθε βράδι, πέφταμε σε μια λιγόστιγμη απαισιοδοξία. Όλη τη μέρα ως πού βράδιαζε η ελπίδα μας δυνάμωνε και μας κρατούσε. Και τι ελπίζαμε; Τι περιμέναμε; Το θαύμα. Μόνο ένα θαύμα μπορούσε να μας γλυτώσει απ' τον καθημερινό θάνατο. Κι ελπίζαμε στο θαύμα.
Τελευταία μάλιστα κάτι ευχάριστα ψιθυριζόταν από στόμα σε στόμα. Η γοργόφτερη φήμη πού πέταξε χαρούμενη σε όλα τα κελιά του Χαϊδαρίου τέτια λόγια σκορπούσε. Έλληνες πατριώτες πού σαπίζετε στις σκοτεινές φυλακές των θύννων. Κάντε κουράγιο. Ο τρικέφαλος φασισμός ξεψυχά. Οι ελευθερωτές πλησιάζουν. Οι Γερμανοί ετοιμάζονται. Φεύγουν...



Από το έργο "Μυτιληναίϊκος γάμος” (Μυτιλήνη 1949)
ΚΟΥΤΣΟΜΠΟΛΙΟ ΣΤΗ ΓΕΙΤΟΝΙΑ
ΣΚΗΝΗ Α'
(Αμιρσέλ - Φουτνή - Μιρόπ)
ΑΜ. Άτζαμπιμ Φουτνή είνι τάστρα πινήντα ;
ΦΟΥΤ. Ίχ ! Ίχ ! κόρημ, έμ ντιπ ζω, λέγου πια, είσι;
ΑΜ. Λίγα είπα, μουρή Φουτνή, για πουλλά, τσί μ' ανιγιλάς μαθέ ;
ΦΟΥΤ. Τ' άστρα κόρημ, για να τα μιτρήγς, θέλ' να ξέρς, ένεινι παίξι γέλασι. .
ΑΜ. Αντίχιμ τόσα πουλλάνι μουρή Φουτνή !
ΦΟΥΤ. Άκσι; Εμ που νάνι τσ' αστρουφιτζά ! Τότισου πια είνι τσανείνι.
ΑΜ. Εμ' ίσαμι πόσα νάνι, μουρή Φουτνή ;
ΦΟΥΤ. Ουχούουου . . . παραπόνου απ' τα γείκουσ'.
ΑΜ. Άντι ξτιανίμ, τσε ντου πστεύγου ! !
ΦΟΥΤ. Ιγώ κόρημ, βάστουμ του μαγαζί τσί τα ταγίνια τ' αντρούμ, 40 χρόνια, τσέ- νι λάθιψα, τσι θα λαθέψου τώρα μι τάστρα ; Έννιας τσί στσλουγαριασμοί καμμιά δε μι φτάν!
ΑΜ. Καλά πια τσί συ. Του ξέρουμι πους ξέρς ... Ε, τι άλλα τσινούργια μουρή Φουτνή ;
ΦΟΥΤ. Ε πους τα ξέρς ... Τι ρουτάς . ..
ΑΜ. Να στραβουθώ κόρημ έ ξέρου τίπουτα. Για πέμι νακούσου.
ΦΟΥΤ. Ξιδιάλινι κόρημ ξιδιάλινι τόνειρου τσ' Φάντινας. Έ τάμαθις τσκόρσιτς ;
ΑΜ. Τι; Πάτσι τν' αμόλαρι του Γιουργέλι; Έ ! νιάστσι δα τ' Αννέλι. Μίδι πρώτους δα είνι, μίδι στιρνός. Αύριγιου τσ' όλας θα μάθουμι τσί του τσινούριου ... Γι' αυτό σή- μιρα φόργι τα κότσνατς...
ΦΟΥΤ. Ίχ κόρημ ! τσμάσι φαίνιτι.
ΑΜ. Μίλα μουρή τσί μ' ακάστρουσις .. .
ΦΟΥΤ. Χάλασι η κόσμους, κόρημ, χάλασι. Για πέ ; Του τύλξι κόρημ, του τύλξι του Γιουργέλι, τσ' παλαβουΦάντινας τ'Αννέλ. Του Σάββατου βράδ, αλλάζιν δαχτλίδια, τσί τνάλλι τσυριατσή έχιν του γάμου. Τσί η λουλουπαντιέρα η Φάντινα μιλιμό δεν έχ' απ' του καμάριτς.
ΑΜ. Όξ απιδώ κόρημ, μη μι παλαβώγς ! Άκσι πράμματα... Έν είμαστι καλά μου¬ρή. Γι' αυτό σφύριζαν τ' αυτιάμ σήμιρα. Πάτσι είνι ψέμματα μουρή Φουτνή, τσί του λες να μι πθέψ ;
ΦΟΥΤ. Κτσά έφαγις αμιρσέλ, τσί κτσά μαρτυράς. Τσίνα είνι ούλα τιλιουμένα, τσί τα δαχτλίδια παρατζιλμένα, τσί συ μι λες πάτσινι ψέμματα. Του παλάβουσι κόρημ, του παλάβουσι τού παλικάρ η βαλμάς, πδέν άφισι παλούτς να μη πδήξ, τσί τώρα, μας παίρν' τσί του πιό καλό μουρέλ τ' μαχαλαδιού μας.
ΑΜ. Είδις κόρημ, είδις τ' ξλουκανίκα, τύχ; Άλλις καθούντιν αρρβουνιασμένις πέ- ντι τσί δέκα χρόνια, τσ' αυτή μήτι δέκα μέρις.
ΦΟΥΤ. Έμ τι τλιπίστσι, Αμιρσέλ, τν' αραπνάρα; Πούνι, η μούριτς σα του μαυρου- τσούκαλου. . του μπόγιτς, για τν' αξάτς; Τν' βίδχς πουτές, κόρημ, να πλέξ, να τζιντής, να φρουκαλής, να πή μια κουβέντα τσ' φρασάς ; Απ’ του πουρνό ίσαμι του βράδ’ σα τ' λουξαντέρα πλαλεί μες τσ' δρόμ. Τσι τσείνους; παλαβουμένους, κόρημ, είνι, παλαβού- μένους. Πριν έ τούν χώργι μήδι του σπίτ, μήδ' η γειτουνειά μας, τσι τώρα ξμιρουβρα- διάζιτι κατ' απ' τα παναθύριατς. Θαρρείς πους τουν μάγιψι. Πάναγιαμ, Πάναγιαμ! Κρί¬μα στού παλικάρ !
ΑΜ. Ίχ! Κόρημ, πουλλά ξέριν αυτές! Κάνιν τόσα τσι τόσα, τσ' ύστιρα καλουπα- τριβγόντιν τσόλας. Αμ τί, σά τς θτσές μας, πάμα δουν άντρα κρυβγόντιν ;
ΦΟΥΤ. Έμ έ του ξέρς μούρ Αμιρσέλ. Οί σόρτις τσι γιουκνές έχιν τμοίρα. Οι νκου- τσαρούδις τσ' οί γνουστσές κάντιν στού ράφ. Πους του ξέρς δα, του καλό τ' απίδ του τρώγι η γάδαρους.
ΑΜ. Έδιετς είνι κόρημ. Απ' όπ' πδήξ η κατσίκα θα πδήξ τσι του κατσκάδ. Τσ' ή μάνατς η Λουλουφάντινα λίγα έκανι; Για πάτσι τα ξέχασις; Για δέτην όμους ; Πάνι κουντάτς. Τσι καλόπισι τσί μουρφουπιρνά. Τσί μεις πού παντριφτήκαμι αμύρστα λου¬λούδια, γηράσαμι πριν τν' ώρα μας, τσ' ακόμα τυραννιόμαστι. Έμ η γι Αργυρώ π' μι- γαλουπιάνουντουν ; Τίλουγια μαθέ του δέχτσι;
ΦΟΥΤ. Καλά τσί να πάθ' η ξπασμέν, τόσις νκουτσαρούδις είχ' η μαχαλάς μας τσέ- ντν αρέσαν, ήθιλι αρχότσα νύφι. Ας πιριχιθή τώρα τ' σόρτα, τσ' ας πουριφτή ότλιγια μπουρεί. Τσ' προυάλλις κόρημ, πήγα ατίμ στού σπίτιτς, τσι τ' λέγου : Αργυρώ μαθές, η γυιός μιγάλουσι, γνουστκό μουρέλι είνι, τσί τιχνίτκου. Κόρις δεν έχίς, τσί μείς δα σμιρ- νές είμιστι, αυριανές δεν είμιστι. Μια γιναίκα τούν πέφτ. Δε τουν δίνις του Μαργιέλι τσ' Κατίγκους, πούνι νικουτσαρούδα τσί τ' ξέρς, να φλήγις τσί στέφανα, να πας κα- λουκαρδσμένι;
ΑΜ. Αμτί κόρημ, αμτί;
ΦΟΥΤ. Άστσιμ νύφ είνι μαθές, η ανιψάμ, Αμιρσέλι; Μί του σπτέλιτς, μι του πρά- ματς, μι τ' προικούδατς, μί του βραχιόλι στού χέρ, μί ούλα τα σουστάτς. Τσ' απί νι- κουτσαρουσίνι πια, άστα. Μαγείριμα, σφουγγάρσμα, μπγάδα, ούλα απ' τα χιρέλιατς πιρνούν. Όχι π' θα του πινιφτώ, Αμιρσέλι, γιατ' είνι γινιάμ, τέτια νύφ, η ντουνιάς δε τν
έχι•
ΑΜ. Άλλα τσί πέτου ; Τσί τί σ' πουκρίθτσι μουρή Φουτνή ;
ΦΟΥΤ. Τ' κατσήτς τσί τ' ψυχρήτς η φαντασμένι. "Καλή τσάξα, είνι η κουπιλλούδα μουρή Φουτνή, μα έν είνι για του γιόμ. Η γιόσιμ θέλι μέτρημα, γιατ' είνι τα χρόνια ζόρκα.
ΑΜ. Μι του δίκιουτς η γιναίκα ! Νύφ μι μέτρημα γύριβγι, τσί τν ήβρι. Πιριχύθτσι τ' γυμνουκόλα, τσέκατσι στ' αυγάτς. (Πλησιάζει του Μιρόπ).
ΦΟΥΤ. Ουχού ! Καλουςταδέχτσις ... Η Φάντινα !
ΜΙΡ. Καλή σπέρα ... Τι κάνιτι μουρή γιτόνισις ; (κάθεται δίπλα).
ΦΟΥΤ. Τι να κάνουμι Μιρόπ ! Του καμό μας λέμι. Ημείς πλια εν είμαστι για του κόσμου. Απ' του πουρνό ίσαμι του βράδ, κόρημ, μι του αχ τσί μι του βαχ πιρνούμι.
ΜΙΡ. Τ' Αμιρσέλι τι κάνι;
ΑΜ. Τα πουδαρέλιαμ, κόρημ, τα πουδαρέλιαμ. Αχ αυτοί οι νιβρόπουνι, μήδι στουν ουχτρόμ. Ισύ αλήθεια τι κάνις ; Κρυφά λέγου μας τάχις; Καλουρίζκα τσόλας .. .
ΦΟΥΤ. Εμ εν του ξέρς μουρ' Αμιρσέλι; Για τσ' χαρές είνι οι γιαρχότσις . ..
ΜΙΡ. Ε, κάτ' μιλιτούμι μ' ακόμα δεν είνι σίγουρου.
ΑΜ. Τίλουγια μαθές μουρή, δεν είνι σίγουρου, αφού παρατζίλατι τσί τα δαχτλίδια
στ' Κουντή Μπέη του κουγιουμτζίδκου ; Σμαδιακά πράμματα !
ΜΙΡ . Να σι πω Αμιρσέλι. Η γιαλήθεια είνι πους η γαμπρός βιάζιτι, μα ιγώ του δια- λουγούμι, γιατί δεν είμι χαζίρ.
ΑΜ. Εμ γιατί του διαλουγάσι μουρή Μιρόπ, τέτοιου γαμπρό που θα τούν βρης ;
ΜΙΡ. Γιατί μουρή, πά τσ' είνι η κόρημ άστσιμ νύφ ; Για πάτσέχι μουρή η γιτουνειά άλλι στ' μουρφιά τσί στν αναξουσύνι σατ' κόρημ.
ΑΜ. Σουστά! τσί του τραγούδ του λέγι:
Μη μι πουλιουριμπέβγισι, ξερού τη καταντιά σου χίλις χιλιάδις κόνιδις έχι η βρακουθηλιά σου.
ΦΟΥΤ. Άσι να τ' καφτσιστούν άλλι τ' κόρς Μιρόπ, τσί μη τα παραλές.
ΜΙΡ. Έ ντριπόστι κουμμάτ μουρή σεις, να νιδάτι τσί να ξουπλιάζιτι τ' κόρημ μπρουστάμ ! Πάναγιαμ κόρημ ; Πάναγιαμ! Χαράστου φαρμάτς!
ΦΟΥΤ. Έν τν' είπαμι δα τσι τσιμπλιάρα, μουρή . . . Γιατί αφαρπάστσις πού πινέ- σαμι του γαμπρό ; για πά τσι σι πέφτ λίγους ;
ΑΜ. Αντί, τσίλισι η τζιτζιρές, τσήβρι του καπάτς. Τσί σα δεν τιριάζαν δε σμπιθιρ- γιάζαν.
ΜΙΡ. Αντί μουρή ασκότριχα φαρμακουδόντα, πδέν άφσις άθριπου να μη τσιτρώγις, τσι θα σισάξου ιγώ ισένα. Έννιας!
ΑΜ. Τύφλις νάχις παλαβουφάντινα ... π' θα μι πής ιμένα ασκότριχα. Πάτσι θέλις μουρή ν' ανοίξου του βουβαμένουμ ; Για δε σι ξέρουμι πιά είσι; ρίξ τ' αφτιάσ' μουρή σουρτουκλιμέ, ν' ακούγις ! Του νάμ έχιτι τσί συ τσί κόρς . .. π' δεν αφήσατι άντρα για άντρα να μη ξιμαβλίσιτι.
ΜΙΡ. Άνιξτου μουρή νύπνινα, άνιξτου του χαλινάρς, να δούμι τι έχις να πής. Παλι- ουκαραντί, π' κάθισι νύχτα μέρα, πίσου άπ' τα κανατόφλα, τσ' αβλατγιάγις, πιός θα μπή τσί πιός θα βγή .. .
ΦΟΥΤ. Σώπα μουρή λουλουπαντιέρα πώχις στόμα τσί μλάς.
ΜΙΡ. Να σουπάγις ισύ μουρή ζλιαρόκατα ! Για πα τσί δε ξέρου του καμός. Τώρα φαίνιτι πσί κούγιτσ' η χιλόπτα πώφαγι η γιανιψάς.
ΑΜ. Ιχ ! Ιχ! Ιχ! Ας γιλάσου κουματέλι. Εμ τι θα ζλέψουμι μουρή ξιτσίπουτ, τα κα- λαμουπόδαρα τς κόρς, για τσ' αχείλισιτς πούνι σα τ' χταπουδιού τ' κουκούλα.
ΦΟΥΤ. Εμ είνι για να μη ζλέψ, Αμιρσέλι; Η γι' άρχουντας παντρεύγιτι τ' γκιουζέλ ντουνιά ! Ιχ καμός ! ούλα της πανέμουρφα, τσί μιλιά της σιγανή, ένα κουσουράκι έχι πουν η μύτη της στραβή.
ΑΜ. Χα, χα, χα. Εμ άλα τσί πέτου μουρή Φουτνή. Ζλέψαμι τ' παλαβουφάντινα, τσί τ' λουλουπαντιέρα τ' κόρητς. Αυτό δα μας έλιπι. Μη χειρότιρα ! (Σταυροκπιέται).
ΜΙΡ. Ούξου να χαθήτι, ξούλια ; Έμ δήτι μουρή τα χάΐρια σας . .. (Ετοιμάζεται να
φύγη).
ΑΜ. Αντι μουρή πρασινιάρα, τσί καλά στιρνά.
ΜΙΡ. Άκσι να σι πω μουρή. Άμα έχις καλή καρδιά, τσί τα χτισνά, τσί τα σμιρνά, τσί τα στιρνά, θάνι καλά. (φεύγει).
ΦΟΥΤ. Για δείτι κατάστασ' κόρημ, πάγι, χάλασι η κόσμους. Φαίνιτι πους μας σχάθ- τσι η θιός. Τν άξις, κόρημ, στόμα ; Να πού καταντήσαμι. Να βρίζιν οι βρώμις τσί νι- κουτσαρές, τσί να βγαίνιν τσ' απανουγότιρις.
ΑΜ. Εμ δε φταίγι αυτή . .. καλά τάλιγι η μάνναμ η μακαρίτισα ! Έπριπι τότι σου, μουρή, πριν πατριφτή, να μαζέψουμι τσ' απουγραφάδις, τσί να τσ' πάμι στού Δισπότ, να τ' κάνι σουργούνι. Τώρα, καλά μας κάνι. . . Τσ' ακόμα . . .
ΦΟΥΤ. Ουχού ! να τσί τα γαμπρέλια . . . (Μπαίνουν οι κανταδόροι με μαντολίνα, ο γαμπρός κρατεί γαρύφαλο).
Γ. Καλή σπέρα θειά Φουτνή. Τί κάνις τσατσ Αμιρσέλ;
ΑΜ. Ας τα λέμι καλά γιέμ. Γηράματα γιέμ, γηράματα. Εμ τι όμουρφου γαρουφα- λέλι; Ποια στού χάρσι!
Γ. Μόν όμουρφου τσατσ' Αμιρσέλι; τσί μουσκουμυρσμένου ! Ψισνό είνι, τσί θαρ¬ρείς πους τώρα τόκουψις. Είνι απ χέρ βλέψς. Καλή νύχτα !
ΑΜ. Πάναγιαμ, ντρουπές τσί ριζιλίκια ! Πάναγια. Τα μούτσναμ πέσαν. Τσείδις Φουτνή, αμπουνάτ, μας ήρταν. Πούνι η Φάντινα να δη τσ' πουμπέσιτς, πώχι μούτρα, τσί μλα η γι αδιάτρουπ.
ΦΟΥΤ. Ιγώ τσείδα, τσί τσάξα τσόλας ! Ισύ τσάξις ; Του γαρόφαλου απί χερ ήνταν, τάξις; (ακούεται καντάδα)
ΦΟΥΤ. Π' θέφτκα, κόρημ, π'θέφτκα τσ' αραθύμισα. Θα πάγου να γίρου, γιατί μ' αρ- ρώστσι του σακάτκου του μελέτ.
ΑΜ. Αμ δε του ξέρου γω, π' θα χαλάσου τ' ζαχαρένιαμ, μιτ' λουλουφάντινα;Έ χου- λιουσκώ ιγώ μι ξένις ένιις. Αμ' δε!
ΦΟΥΤ. Καλή νύχτα Αμιρσέλ.
ΑΜ. Καλή νύχτα Φουτνή τσι μη χειρότιρα!


Τελειόφοιτες Γυμνασίου Θηλέων Μυτιλήνης έτους 1959-1960. Εκδρομή στον Κάμπο Λουτρών. Διακρίνονται μεταξύ των τελειοφοίτων Βέτα Σαμάρα, Παν. Σαμάρα, Κώ¬στας Παπανικολάου (Γενικός Επιθεωρητής Μέσης) και η κ. Κ. Παπανικολάου.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Στείλτε μας την φωτογραφία σας,
την αποψή σας, την καταγγελία σας,
δώστε δύναμη στη φωνή σας,αναδείξτε την δική σας ιστορία,
στο e-mail: 24oresblog@gmail.com