Αφιέρωμα στα 100α γενέθλια του μπαρμπα-Γιάννη Καραγεωργίου

Αφιέρωμα στα 100α γενέθλια του μπαρμπα-Γιάννη Καραγεωργίου
Το μεγάλο οδοιπορικό (Απρίλης 1942--Μάης 1945)
Από τα κελιά της  Γκεστάπο Μυτιλήνης (-Μάης του 1942), στο στρατόπεδο Παύλου  Μελά  Θεσσαλονίκης   κι από κει στις φυλακές  Στάιν Αυστρίας και στo μεγάλο μακελειό των SS στις 6 Απρίλη 1945…

ΑΠΡΙΛHΣ 1942...τελευταίο δεκαήμερο του και μια ομάδα 20 νέων από το Βορειοδυτικό τμήμα του νησιού αποφασίζουν να διαφύγουν απ’ το νησί για τη Μέση Ανατολή και να ενταχθούν στις εκεί συμμαχικές δυνάμεις. Είναι τ’ αδέλφια Γιάννης και Λάμπρος Καραγεωργίου, Γιάννης και Στρατής Κουτσμπέλλης ή Κωνσταντέλλης από το Σκαλοχώρι, Κώστας και Αντώνης Αλεξανδρής, Πετρίδης Νικόλαος και Ντίρλας Νικόλαος από το Σκουτάρο, Κυριάκος Δανιήλ, Αυγερινός Αυγερινού, Λημναίος Κώστας και Ναπολέων (ξαδέλφια), Φονιάς Πολύδωρος, Κάιτατζης Θεοχάρης, Δουκίδης Δημήτριος, Μιχαήλ Κλεάνθης από την Πέτρα, Ιγνάτιος Κικιλής από την Λαφιώνα, Χατζημουτάφης Ευστράτιος από την Αγ. Παρασκευή, Φτεριανός Δημήτριος από τον Πολιχνίτο και Κανταράς Αντώνιος την Άντισσα.
--Η πλειοψηφία τους θα συγκεντρωθεί στην Καλλονή κι από κει μέσω Αποθήκας με πλοιάριο θα περάσουν απέναντι στη Νυφίδα και από εκεί στα Βατερά. Εδώ θα μείνουν 2 μέρες κρυμμένοι μέσα στο εκκλησάκι του Αγίου Φωκά προσπαθώντας να βρουν μέσον για διεκπεραίωση τους στις μικρασιατικές ακτές. Στις 4 Μάη θα συλληφθούν από γερμανικές δυνάμεις και θα μεταφερθούν στο ανακριτικό άντρο της γκεστάπο στη Σουράδα Μυτιλήνης. Στα αντικείμενα του συγκατηγορούμενού τους Δουκίδη θα βρεθεί επιστολή των οικείων του Πετριανού λοχαγού Σουβλερού που υπηρετεί στη Μέση Ανατολή.  Αυτή η επιστολή θ’ αποτελέσει το κύριο ανακριτικό υλικό για να στηθεί η κατηγορία της διαφυγής. Μετά από πολυήμερες ανακρίσεις θα μεταφερθούν στο γειτονικό τοπικό στρατόπεδο συγκέντρωσης, στα κτίρια της πρώην Παιδαγωγικής Ακαδημίας. --Στις 16 Ιουνίου 1942 θα καταδικαστούν από το τοπικό Γερμανικό Στρατοδικείο σε πενταετή φυλάκιση. Στις 29 Ιουνίου 1942, η ομάδα αυτή των 20 νέων μαζί με άλλους κατάδικούς, μετάγονται από τις φυλακές Μυτιλήνης στο στρατόπεδο Παύλου Μελά Θεσσαλονίκης. Εδώ δυο από τα παλικάρια αυτά -Φτεριανός Δημήτριος από τον Πολιχνίτο και ο Γιάννης Κουτσμπέλλης ή Κωνσταντέλλης από το Σκαλοχωρι- θα χάσουν τη ζωή τους από κακουχίες.

 ΑΠΡΙΛHΣ 1944… από το στρατόπεδο Π. Μελά οι 18 πλέον συμπατριώτες, αφού παρέμειναν εκεί  22 μήνες κρατούμενοι, σε μια από τις μαζικές μεταγωγές σε  στρατόπεδα συγκέντρωσης μαζί με άλλους 350 συγκρατούμενους  τους  που έγινε την 1η Απρίλη 1944 «…μετήχθησαν υπό των Γερμανών, βιαίως και υπό συνοδείαν. ΕΚΤΟΣ της Ελλάδος, εγκλεισθέντων (...) αρχικώς μεν εις τας Κεντρικάς Φυλακάς Βιέννης-Αυστρίας, εν συνεχεία δε μετ’ ολίγας ημέρας, εις το Παράρτημα των Φυλακών (Κατέργων) Στάϊν εις Μόοζμπιρμπάουν της Αυστρίας, και από εκεί τας Κεντρικάς Φυλακάς (Κάτεργα) Στάϊν εις το Κρέμς της Αυστρίας.»

    Αρχές Απρίλη 1945 ένα περίπου μήνα πριν την συνθηκολόγηση της ναζιστικής Γερμανίας οι συμμαχικές δυνάμεις σφίγγουν το κλοιό γύρω από τα γερμανο-αυστριακά εδάφη. Τα γερμανικά στρατεύματα σε μάχες οπισθοφυλακής υποχωρούν προς το Βερολίνο, ενώ τα αμερικανικά αγγλικά και σοβιετικά στρατεύματα απελευθερώνουν τις πόλεις της Αυστρίας με τα πάμπολλα στρατόπεδα συγκέντρωσης λυτρώνοντας τους εκατοντάδες χιλιάδες κρατούμενους. Η αυστριακή διοίκηση των φυλακών Στάϊν στην πόλη Κρέμς της Αυστρίας, όπου βρίσκονται έγκλειστοι δεκάδες συμπατριώτες μας, αισθανόμενη την ανάσα των συμμαχικών στρατευμάτων, αποφασίζει την απόλυση όλων των κρατουμένων... Δεν πέρασαν όμως ούτε δυο ώρες και τα Ες-Ες εισβάλουν στο στρατόπεδο εκτελώντας εν ψυχρώ κάθε στόχο που κινείται... Οκτακόσιοι!!! κρατούμενοι, από όλες τις χώρες της Ευρώπης, υπολογίζονται ότι εκτελέστηκαν την ημέρα αυτή, 6 Απρίλη του 1945.  Ανάμεσά τους και τέσσερις Λέσβιοι όμηροι... που ελεύθεροι-πια- μετά από 3 ή και 4 χρόνια κράτησης... βρήκαν το θάνατο με το πιο τραγικό τρόπο, από τα λυσσασμένα σκυλιά που ακόμη και στο παραπέντε ...αντί για μια συγνώμη... σκορπίζουν τον όλεθρο απέναντι σε παλικάρια που η πολύχρονη κράτησή τους τα είχε καταντήσει ανθρώπινα ράκη.



Τα τέσσερα αυτά παληκάρια είναι:
Αυγερινός Αυγερινός του Ιγνατίου 27 χρονών, από την Πέτρα
Δανιήλ Κυριάκος του Μιχαήλ 25 χρονών, από την Πέτρα
Λημναίος ή Τσαγκαρέλλης Κων/νος του Ευστρατίου 27 χρονών, από την Πέτρα
Τσαρδάνης ή Τσαρδανέλλης Δημήτριος του Παναγιώτη 29 χρονών, από το Αϊβαλί

     ---Το 2008 πρωτοδιαβάζοντας το βιβλίο του πρώην Ηγουμένου της Ι.Μ  Λειμώνος Διονυσίου Χαραλάμπους, «Μάρτυρες-Διωγμοί 1942-1945» και ειδικά το κεφάλαιο της μαζικής εκτέλεσης εκατοντάδων ομήρων στις φυλακές Στάϊν, στις 6 Απριλίου 1945, υπογράμμισα τις γραμμές αυτές μ’ ένα ερωτηματικό... αφού μου ήταν δύσκολα πιστευτές, στον ανίδεο... τότε ερευνητή, αναφέροντας:

Ε Ξ Ι   Α Π Ρ Ι Λ Ι Ο Υ  (Η ΜΕΡΑ ΤΗΣ ΜΕΓΑΛΗΣ ΣΦΑΓΗΣ)
<<Η μέρα τούτη μας βρίσκει γεμάτους ανησυχία. Είμαστε στο πόδι από τη μαύρη αυγή.
Στις 8 πάνω κάτω μας διανέμουν εσώρουχα. Είναι αμεταχείριστα. Δεν ξέρω πως μου ήρθε και όταν ξεδίπλωσα την πουκαμίσα και την είδα κατάλευκη και μακριά, μουρμούρισα: «Τα σάβανά μας». (...)
-Παιδιά, τώρα δα μας είπε ο φύλακας πως ο πόλεμος ετελείωσε. Η Αυστρία συνθηκολόγησε. Όλοι είστε πια ελεύθεροι. Το μεσημέρι...
Δεν προφταίνω ν’ ακούσω το τέλος, και πηδώ γρήγορα κάτω. Ξεκλειδώνουν το πορτάκι της πόρτας.(…)
Αυτό που έγινε τούτο είναι ανώτερο από κάθε περιγραφή. Ανάστα ο Θεός! Κραυγές, αλαλαγμοί δονούν το παν. Μερικοί, απ’ τον ενθουσιασμό τους πετούν απ’ το παραθυράκι τα πράγματα του κελιού. Απ’ την συγκίνηση με πιάνουν κλάματα..
Μεσημέρι. (…) Και οι κατάδικοι, Τσέχοι κι Αυστριακοί περισσότεροι, πήραν απ’ την αποθήκη τους σάκους με τα ρούχα τους. Πέταξαν τα «τρελλά» ( σ.σ ριγωτές φόρμες) και φόρεσαν τα δικά τους. (...) Οι δικοί μας, μόλις το βλέπουν αυτό, γίνονται θηρία. Φωνάζουν και κλωτσούν τις πόρτες. Ζητούν ν’ ανοίξουν και τα δικά μας κελιά -Άους! Έξω!... φωνάζει ο φύλακας καθώς μας ανοίγει. Με τη χαρά και τη δύναμι που πετιέται απ’ το κλουβί το σκλαβωμένο πουλί όταν απελευθερωθή, έτσι πετιόμαστε απ’ τα κελιά. Ξεχυνόμαστε σαν ορμητικό ποτάμι, προς την αποθήκη, να πάρουμε τα πράγματά μας. Ο καθένας προσπαθεί, φωνάζοντας και σπρώχνοντας τους άλλους, να πάρη πρώτος το σάκο του και να φύγη το γρηγορότερο. (…) κατεβαίνω στην αυλή. Είναι γεμάτη κατάδικους. (…)Οι κατάδικοι τρέχουν με ορμή προς την αποθήκη, και ο καθένας προσπαθεί να βρη το δικό του σάκο. Σε λίγο,απ’ τη χαρά, τη φούρια, την ανυπομονησία, όλα γίνονται άνω- κάτω. Να βρης τον δικό σου είναι πια χαμένος κόπος.
--Παίρνετε ό,τι βρίσκετε και φεύγετε, φωνάζει ο Διευθυντής. Μη χάνετε καιρό. Μην πλακώσουν τα S.S. Και τότε ο καθένας αρπάζει ό,τι βρεθή μπροστά του. Ο ένας τ’ αλλουνού.
Και, ξαφνικά, πάνω σ’ αυτό το πανδαιμόνιο, ξεσπά μια τρομερή κραυγή: « τα S.S!»
Όλα τα κεφάλια γυρίζουν με μιας προς την πόρτα. Κάποιοι S.S προχωρούν αγριεμένοι κατ’ επάνω μας. Κάνω μια απότομη μεταβολή και τρέχω έξαλλος στο εσωτερικό της φυλακής. Πίσω μου χαλά ο κόσμος. (…) Τρυπώνω στο πρώτο κελί. Βρίσκω και άλλους τρεις μέσα.
(…)Στην αυλή και στους διαδρόμους δίνει και παίρνει το ντουφεκίδι. Απ’ τις χειροβομβίδες και τις σφαίρες σπάζουν τα τζάμια, και καθώς πέφτουν θρύψαλα, στους διαδρόμους, χαλούν τον κόσμο. Είμαστε κι οι τέσσερεις μαζεμένοι στην πιο παράμερη γωνιά. Τρέμουμε. (…)Κοντά μας ακούονται κλειδιά. Προσέχουμε με αγωνία. Ξεραίνεται το σάλιο στο στόμα μας. Μας ξεκλειδώνουν.
-Άους! Φωνάζει άγρια κάποιος. Βγαίνω πρώτος. Τρεις S.S μας προτείνουν τα πιστόλια. Με βρισιές μας δείχνουν με το δάχτυλο την κατεύθυνση που θέλουν να πάρωμε. (…) Φθάνουμε κάτω απ’ το ρολόι. (…) Μας σπρώχνουν προς την έξοδο. Αυτό είναι! είπα. Μας τραβούν έξω για να μας τουφεκίσουν. Ας γίνει, Κύριε το θέλημά Σου. Πριν φθάσομε στην πόρτα, άλλοι τρεις S.S, πιο εξαγριωμένοι τούτοι. Τα μάτια τους βγάζουν φωτιά. Φορούν κράνη και κρατούν αυτόματα στο χέρι. Εντελώς ανεξήγητα, ενώ βάδιζα πρώτος, αφήνουν εμένα και πιάνουν τους κατόπι μου. (…) Το μυαλό μου είχε σταματήσει. Ένας φύλακας- φύλαξ άγγελος- με μια σπρωξιά με πέταξε στ’ αντικρινό κελί. Και εδώ βρίσκω άλλους τρεις. Είναι σε κακά χάλια. Κλαίνε και οδύρονται. (…) Το κακό γίνεται κυρίως στην αυλή που βλέπει το παραθυράκι του κελιού. Μα ποιος τολμά να σηκωθή να ιδή. (…)Βόγκοι και στεναγμοί και κραυγές απελπισίας ακούγονται ανάκατα με τους πυροβολισμούς. Στις 7 ανοίγει το πορτάκι. Ένα μούτρο άγριο και κατακόκκινο παρουσιάζεται. Είναι ο «Χότζας», ο υπαρχηγός του εδώ παραρτήματος του κόμματος. Μας ψιλοκοσκινίζει στα πεταχτά με τα ματωμένα μάτια του. Μαζεύει ο άθλιος όσους έχει σταμπαρισμένους και τους στέλνει στο εκτελεστικό. Από μας δεν παίρνει κανένα.
Κατά τις 8, ανοίγει και πάλι το πορτάκι. Αυτή το φορά μας δίνουν λίγο νερό από βρασμένο σιτάρι. Κι αυτό όλοι το θεωρούν καλό σημάδι. Σωθήκαμε λέμε. (...)
7 Απριλίου (…)Πολύ πρωί μας βγάζουν απ’ τα κελιά. Γραμμή και καταμέτρησι. Να ιδούν πόσους έφαγαν και πόσους άφησαν. (…) Μια ματιά που έριξα, περιμένοντας στην πόρτα τον φύλακα, μου αναστατώνει την ψυχή. (...) Από κάθε κελί ήταν τουλάχιστον κι ένας σκοτωμένος. Ούτε οι μισοί δεν εμείνανε απ’ τη πτέρυγά μας. Από το κελί μου λείπουν και τα δυο παιδιά.
-Απ’ τους δικούς μας ως πόσους σκότωσαν;
-Πάνω από διακόσιους, μου απαντά. (…)
Σ’ αυτό το σημείο μας έκοψε ο φύλακας. Τους πήρε και τους δυο και τους πάει στο κελί τους.
Έμεινα μονάχος. (...)
8 Απριλίου. Κουρασμένος όπως ήμουνα, μ’ άρπαξε ο ύπνος. Πετάχτηκα όμως σε λίγο, κατατρομαγμένος απ’ το άνοιγμα του κελιού. (…)Λίγο πριν το μεσημέρι, ένας απ’ τ’ απέναντι μας κελί ξεθαρρεύει. Μιλά με κάποιον από το στοκ μας.
-Πως γλύτωσα, καημένε Θανάση, είναι θάμα. Μας έπιασαν σ’ ένα χωριό εκεί κοντά. Ήμαστε πάνω από εκατόν είκοσι. Απ’ αυτούς οι πιο πολλοί δικοί μας. Χτυπώντας μας, κάτι παλιόπαιδα μας έφεραν και μας παρέδωσαν στα S.S Μόλις μας έβαλαν μέσα, παγώσαμε. Η αυλή γεμάτη από σκοτωμένους. Τα χάσαμε. Ο ένας κοίταζε σαστισμένος τον άλλο. Και έτσι που ήμαστε στη σειρά, μας τραβούν πίσω από το Νοσοκομείο, όπου μας χώρισαν σε δυο παρτίδες. Τη μια, πάνω από εξήντα, τους στήνουν κύκλο λίγο πιο μακρυά από μας. Ένα παράγγελμα και πάρτους κάτω, με το πολυβόλο. Ύστερα τράβηξαν κι εμάς. Εγώ, δεν ξέρω πως, έπεσα χωρίς να χτυπηθώ. Τυχερός στάθηκα και στη χαριστική. Όταν ξεμάκρυναν τα S.S, ήρθαν οι Ιταλοί εργάτες και μάζευαν τους νεκρούς. Μόλις ένοιωσα πως βρίσκονται κοντά μου, θέλοντας και μη, σηκώθηκα. Τα S.S είχαν φύγει. «Γρήγορα», μου λεν οι Ιταλοί, «κάνε πως δουλεύεις». Παρατήρησα τότε πως άλλοι τρεις είχαν τη δική μου τύχη. Ο Καραγεωργίου, ο Θοδωρής κι ο Πάντος. Όταν όμως τα S.S ξανάφεραν άλλη παρτίδα για εκτέλεσι, επειδή ο Θοδωρής και ο Πάντος φορούσαν τα «τρελλά», τους γνώρισαν και τους εξετέλεσαν μ’ αυτούς που είχαν φέρει. Έμεινα εγώ με τον Καραγεωργίου και με τους Ιταλούς, και στοιβάζαμε τους σκοτωμένους. Αργότερα όταν αραίωσαν οι εκτελέσεις, μας έβαλαν κι ανοίξαμε ένα μεγάλο λάκκο. Μας παίδευαν ως τις οκτώ. Δεν μπορώ ακόμα να συνέλθω. Ούτε στιγμή δεν φεύγει απ’ τα μάτια μου αυτή η φρίκη...
Σταμάτησε καθώς η πόρτα άνοιξε. Ένα αυτοκίνητο με αστυνομικούς, γεμάτο φακέλους κι έγγραφα. Τα σωριάζουν στην αυλή και βάζουν φωτιά. (...)

Στο μεταξύ συμπληρώνω τις πληροφορίες μου για τη σφαγή της Παρασκευής, από αυτόπτες μάρτυρες. Διηγείται ο Ευάγγελος Ζερβός:
-Όταν μας άνοιξαν, αντάμωσα στην αυλή τους φίλους μου, πέντε-έξι. Πετάξαμε όλοι τα «τρελά», φορέσαμε ότι βρήκαμε μπροστά μας και φύγαμε. Είχαμε απομακρυνθή περίπου καμιά πεντακοσαριά μέτρα απ’ τη φυλακή, και να ένας SS. Ρίχνει μια πιστολιά και διατάζει να σταματήσωμε. Μας πήρε και βαδίζαμε. Στο δρόμο μάζευε όσους άλλους ανταμώναμε. Γινήκαμε έτσι 10,20,30 και τέλος πάνω από 40. Στην αστυνομία που πήγαμε μας κρατούν 10 έως 15 λεπτά γονατιστούς. Γύρω μας ήσαν κάτι μωρά, ίσαμε δεκατεσσάρων ετών, με πιστόλια στα χέρια. Κάτι είπαν, και διατάζουν να σηκωθούμε και να βαδίζουμε δυο-δυο. Όταν φθάσαμε στη φυλακή, χαλούσε ο κόσμος από το ντουφεκίδι. Ήμουνα απ’ τους πρώτους, και για μια στιγμή που κοίταξα στην αυλή, πήρε το μάτι μου μερικούς να πέφτουν κάτω. Τάχασα. Βρε, του λέω του διπλανού μου, εδώ σκοτώνουν. Μόλις πατήσαμε στην αυλή, θόλωσαν τα μάτια μας. Ήταν κατακόκκινη και γεμάτη σκοτωμένους.
-Μας έβαλαν τρεις-τρεις. Τους πρώτους οκτώ τους έβαλαν αγγαρεία. Ήμουνα μ’ αυτούς. Τους άλλους τους τράβηξαν προς τ’ απάνω. Μας έδωσαν ένα καρότσι κι αρχίσαμε να κουβαλούμε σκοτωμένους. Κουβαλήσαμε ως 240. Απ’ τους οκτώ που βγήκαμε αγγαρεία, τον ένα, τον Μιχάλη Μ...., τον πήρε ο φύλάκας που μας φύλαγε κι έβαλε το φαντάρο να τον σκοτώση. Έκλαιγε, κυλιόταν στα πόδια του και φώναζε πως έχει παιδιά, για να τον λυπηθούν. Ο φαντάρος ήταν κάπως διστακτικός. Μα ο φύλακας επέμενε, κι αυτός στο τέλος του έριξε.
-Κι άλλοι, με τη σειρά τους, λένε πολλά. Μα εγώ κρατώ εκείνα μονάχα που θα με βοηθήσουν να συμπληρώσω τον ζοφερό πίνακα της καταστροφής που έδωσα λίγο πιο πάνω.(…)Τους σκοτωμένους όλοι σχεδόν τους ανεβάζουν πάνω από χίλιους.
Στο τέλος της αιματηρής αυτής τραγωδίας, τα κοράκια των SS έβγαλαν απ’ τη φυλακή τρεις βαλίτζες πολύτιμα πράγματα απ’ τους σάκους των σκοτωμένων. (...) >>.


    ---Το 2013 όταν φιλοτεχνούσα τον 1ο τόμο του βιβλίου «Λέσβιοι στην Εθνική Αντίσταση» έχοντας διαβάσει δεκάδες ιστορίες και έγγραφα για τους 13 συμπατριώτες μας που έχασαν τη ζωή τους σε στρατόπεδα συγκέντρωσης του εξωτερικού τα ερωτηματικά μου μετασχηματίσθηκαν σε θαυμασμό για τον Ηγούμενο, αφού επιστρέφοντας από την κόλαση ως πρώτιστο καθήκον θεώρησε να δώσει στη δημοσιότητα την εμπειρία του αυτή...Για να γίνουν οι γραμμές αυτές εσαεί κατήγοροι...του Ναζισμού. Για να γίνουν οι γραμμές αυτές εσαεί υπερασπιστές του κάθε μπάρμπα Γιάννη Καραγεωργίου, από τους πάμπολλους αρνητές του ναζιστικών εγκλημάτων.

   ---Το 2014 παραμονή της 28ης Οκτωβρίου ο Γιώργος Σωσωνίδης, τότε πρόεδρος του πολιτιστικού συλλόγου Καλλονής «Αρίσβη», με κάλεσε σε εκδήλωση μνήμης του συλλόγου για μια σύντομη αναφορά των εκτελέσεων στα Τσαμάκια. Ανάμεσα στους καλεσμένους της εκδήλωσης ήταν και ο Γιάννης Καραγεωργίου από το Σκαλοχώρι που ήταν κρατούμενος στα στρατόπεδα της Αυστρίας. Έμεινα έκπληκτος... Μετά τις πρώτες μας κουβέντες ... όταν αποκαλύφθηκε ότι ήταν ο Καραγεωργίου που αναφέρει στο βιβλίο ο συγκρατούμενος του Ηγούμενος Διονύσιος... Έμεινα άφωνος!!! Είχε μαζί του και το περιοδικό «Αντίλαλος της Βρίσας», όπου έδωσε συνέντευξη για πρώτη και τελευταία φορά, αφού κανένας άλλος δεν ενδιαφέρθηκε. Η συνέντευξη αυτή δόθηκε στον Κώστα Σταυρινό και δημοσιεύθηκε το 2003 στο περιοδικό και ήταν περήφανος ο Μπάρμπα Γιάννης για αυτή του τη συνέντευξη...

---Τον Απρίλη του 2015 στο Σκαλοχώρι, στο σπίτι του φίλου του Νεοκλή Φωτέλλη, για δυο ώρες βιντεοσκοπήσαμε, αντάμα με τον Κουτσκουδή Παν., έναν χειμαρρώδη με νηφάλιο νου μπάρμπα Γιάννη που στα 95 του χρόνια θα μας μιλήσει για την τραγική αυτή εμπειρία ... επαναλαμβάνοντας μας συχνά - πυκνά -<< Άμα έχει το καντήλι σου λάδι...>>
---Για τις ανάγκες της εκδήλωσης  αυτής  απομαγνητοφώνησα μέρος της συνέντευξης αφού έρχεται με πιστότητα να αλληλοσυμπληρωθεί με τα γραφόμενα του Ηγουμένου... για γεγονότα που συνέβησαν πριν 70 χρόνια!!!!
 <<(...) Μας πήγαν στις κεντρικές φυλακές του Κρέμς της Αυστρίας...έρε παιδιά... τι φυλακή ήταν
αυτή!!! τέτοιο κτίριο ποιος κερατάς μηχανικός τόκανε;
Ήταν ακτινωτό με 7 πτέρυγες και 3000 κελιά... πρώτα πήγα Πειθαρχείο 7 μέρες...έπειτα στις πτέρυγες όπου  κάθε κελί ήταν για ένα άτομο και μας βάζαν τρεις, δεν χωρούσαμε... Εκεί μέσα έκατσα 7 μήνες ...να δεις καλοπέραση!!! Έρε μάναμ’...μισή ώρα τη μέρα σε βγάζαν για σπατσίρεν-βόλτα θα πει... κι έπειτα κλεισμένοι όλη τη μέρα στο κελί.. Καμιά φορά... πλησίαζαν οι Ρώσοι ... θεώρησε καλώς ο Διευθυντής της φυλακής ν’ ανοίξει τις φυλακές...
-‘Αιντε τι να σας κάνω... καθόταν στην πύλη και μας έδινε μια χούφτα πατάτες βραστές –η πιο μεγάλη σα καρύδι- κι ένα μικρό ψωμί από σίκαλη- σα γαϊδουρινή καβαλίνα- τέλος πάντων... τα πήραμε αυτά και μαζί μ’ έναν ακόμα, λεγόταν Ζαφείρης Κουράτος από τα Ταμπούρια... τα πήραμε φύγαμε...
Έξω οπισθοχωρούσε ένα τάγμα των Ες- Ες. Άκουσαν πυροβολισμούς κι αρχιντέψαντα!!!
Εγώ συνάμα είχα φύγει από τη φυλακή 500 μέτρα πιο πέρα και κάτσαμε με τον άλλον να φάμε τις πατάτες!!! Πάνω σε μια σιδηροδρομική γραμμή. Καμιά φορά ακούσαμε πυροβολισμούς... λέμε- Τι διάολου φτάσαν κι όλας οι Ρώσοι... Βλέπουμε όμως μια ομάδα από Γερμανούς οπλισμένους ήρθαν κοντά μας ... μας είπαν:
-Αϊς βαϊς;- θα πει –ταυτότητα έχετε; Τι ταυτότητα, από του μούτρα φαινόμασταν... ότι είμαστε κρατούμενοι!!! Μας μάζεψαν και με λίγα λόγια μέχρι να φτάσουμε στην Πύλη είχαμε μαζευτεί 60 νομάτοι... Όταν πήγαμε στη Πύλη... μέσα στην αυλή –έχεις πάει ποτέ σε καμίνι; ... που πετάνε ξύλα ζερβά-δεξιά ... έτσι είδα πεταμένα τα πτώματα... γεμάτη η αυλή... Αμάν λέω... Μια φορά μας πήγαν σ’ ένα μέρος ... ήταν εκεί ένα γεροντάκι φύλακας, έτρεμε κι αυτός από το φόβο του, και μας λέει –σταματήστε. Βγάζει 5 άτομα, μέσα στους πέντε βγάζει και μένα... λέω -μέσα μου -Θα με σκοτώσει... τι να βάλω στο μυαλό μου καλό;... Εγώ επιάσα τα μάτια τ’ γιρέλ και χώθηκα πάλι μέσα στη γραμμή, κοίταζα αλλού... Άμα του καντήλι σου έχει λάδι !!! κοίταξε να δεις... είδε ότι έλλειπε ένας και τον συμπλήρωσε μ’ έναν άλλο. Αυτούς τους πέντε έδωσε ένα καρότσι μακρύ... και σήκωναν όλη τη μέρα πτώματα. Μ’ έβγαλε στην αγγαρεία ... να γλιτώσω αλλά εγώ πήγα στο θάνατο.
 -Αλλά άμα έχει το καντήλι λάδι...
    Μας πήγαν εκεί και μας στήσαν σ’ ένα τοίχο... Εγώ ήμουν ... κατά τριάδες προς τη μεριά –κοντά στον τοίχο, μπροστά μου ήταν άλλοι δυο... Προτού βάλει... σε 20-30 μέτρα είχε πολυβόλα, έπεσα κάτω ... δίπλα στο τοίχο... και έπεσαν τα πτώματα πάνω μου... Κατάλαβα ότι δεν είχα φάει καμιά!!! Έκατσα εκεί πέρα 1-1 ½ ώρα ... πάνω και δίπλα μου θάχαν πέσει 25 πτώματα... Εγώ το ψόφιο το κοριό!!! Καμιά φορά φέρανε μια άλλη παρτίδα να σκοτώσουν ... αλλά ήταν Ιταλοί εργάτες που είχαν χαρτιά... δεν τους σκότωσαν... αλλά και δε τους διώξανε... Τους δώσαν ανά δυο μια κουβέρτα και τους σκοτωμένους τους πέρναν αποδώ και τους πήγαιναν 20 μέτρα πιο πέρα για ν’ ανοίξουν τάφους. Καμιά φορά ήρθε κι η δική μου η σειρά... πιάσαν με βάλαν σε μια κουβέρτα...σηκώθηκα κι εγώ πάνω στο κώλο μου, κι’ έκατσα. Κοίταξα πλάγια μου αν υπάρχει κανένας Γερμανός να με δει... δεν ήταν κανένας. Λέω στους Ιταλούς γερμανικά ρούλεν, θα πει -μη μιλάς... -πήγα κι εγώ έπιασα την άκρη μιας κουβέρτας ... κι ευτυχώς που από την αποθήκη πήρα τα ρούχα.  Δε σας το είπα ότι όταν ήρθαμε στις φυλακές δώσαμε τα ρούχα μας, τάβαλαν σ’ ένα κουτί και μας έδωσαν τα ρούχα της φυλακής (ριγωτές φόρμες) αλλά επειδή η αποχώρησή μας από τις φυλακές έγινε άτακτα-που να βρω το δικό μου!!!- πήγα και πήρα ένα άλλο κουτί... Είχε μέσα ένα καφέ κουστούμι, πέταξα τα ρούχα της φυλακής κι έβαλα το καφέ κουστούμι... Είχε κάτι αίματα επάνω τα σκούπισα λίγο, καφέ ήταν δε φαινόταν πολύ... πιάσα κι εγώ- είπα στους Ιταλούς μη μιλάτε να δούμε τι θα γίν’ ... σήκωνα κι εγώ και τους πηγαίναμε κει που θ’ άνοιγαν τάφους... Συνάμα σκοτώναν αράδα... Καμιά φορά έρχεται ένας μένα χάρακα και σημαδεύει 2 τάφους 3 επί 4 μέτρα και λέει 3 μέτρα ερούντα- θα πει 3 μέτρα κάτω... Μας πήγε σε μια αποθήκη, μας δίν’ κασμά και φτιάρ’. Αρπώ ιγώ μια κασμαδάρα... Αλλά πάντα το κεφάλι κάτω, να μη με βλέπουν... Οι Ιταλοί γελούσαν... Τους λέω μη μιλάτε. Τελικά σκάβαμε ... όλη τη μέρα σκοτώναν... σκοτώσαν κάπου εφτακόσιοι νομάτοι. Συνάμα εγώ όταν ανοίξαμε τους τάφους κατέβηκα κάτω... Μια πατουσά ανθρώπ’, πώς παστώνουν τσ’ σαρδέλις, μια πατουσά χώμα, μια πατουσά ανθρώπ’, μια πατουσά χώμα ... Να μη τα πολυλογούμε πιτάξαν καμιά 700 ανθρώπ’ μέσα στους 2 λάκκους ... Εγώ πάντα μέχρι το βράδι πάστουνα... σα τσ’ σαρδέλις... Όταν ο λάκκος έφτασε ½ μέτρο από το έδαφος, φέρανε φορτηγά ασβέστη- και τον σβήσαν από πάνω ... Ξέρεις γιατί; Για να μη βρωμά... όπως έμαθα αργότερα. Και τους θάψαμε λοιπόν τσ ανθρώπ’ ... Μας ξαναπάν πάλι στα κελιά... Μετά από δυο μέρες μας πήραν από τις φυλακές, μας βάλαν σ’ ένα σαπιοκάραβο του Δουνάβεως και μας πήγαν απ’ την Αυστρία στη Βαυαρία...σ’ ένα χωριό που το λέν’ Μπερνάου...>>

                                                                                                                     Γενάρης 2020
                                                                                                                     Γιώργος Γαλέτσας




Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου