Θεωρητικές προσεγγίσεις στις πολιτισμικές ταυτότητες

του Φραντζή Καραδούκα

Πολλές φορές ακούω το εκπληκτικό επιχείρημα ότι Ελληνισμός και Χριστιανισμός είναι ασύμβατες έννοιες, κυρίως με βάση μια ορισμένη ανάλυση η οποία, ούτε λίγο ούτε πολύ, κατατάσσει την Βυζαντινή ιστορία στο παραπέτασμα της μεσαιωνικής ιστορίας, έτσι πρέπει να απεμπλακούμε από αυτή την σύμπλεξη, γιατί απομειώνει, τάχα, τα σημερινά πολιτισμικά μας χαρακτηριστικά.

Μια διαφορετική αντίληψη της ιστορίας, θεωρεί την σύμπτυξη της πολιτιστικής μας ταυτότητας και συγκεκριμένα της Ελληνικής και χριστιανικής, μέρος μιας ιδεολογίας που διαχύθηκε στην κοινωνία με βάση την ανάγκη έναρξης και εγκατάστασης της κρατικής διαχείρισης και της δημιουργίας του έθνους-κράτους, από το 1832 και πέρα. Έτερες θεωρήσεις της ιστοριογραφίας που προκαλούν σύγχυση, στηρίζουν την άποψη τους στο γεγονός ότι η σύνδεση ελληνισμού και χριστιανισμού, αποτέλεσε ένα τέχνασμα, κατά κάποιο τρόπο, για την δημιουργία και μόνο, ενός ομοιόμορφου και ομοιογενούς έθνους-κράτους, ανάγκη η οποία ανάδειξε συγκεκριμένα πολιτικά μορφώματα κατάκτησης της εξουσίας, καθ όλη τη διάρκεια ύπαρξης του ελληνικού κράτους. Η άποψη αυτή θεωρεί την επανάσταση του 1821 ως εφαλτήριο, για την δημιουργία εθνικής συνείδησης ενώ δεν αναγνωρίζει κάποια επαρκή πολιτισμική ταυτότητα των Ελλήνων, πριν από την επανάσταση. Μια ιστορική ματιά όμως, μάς πείθει ότι η άποψη αυτή είναι λανθασμένη, και αυτό διότι στην διάρκεια της τουρκοκρατίας, η έννοια του Έλληνα χριστιανού ορθόδοξου επέτρεψε την ύπαρξη ξεχωριστών κοινοτήτων όχι μόνο με εθνικά και πολιτισμικά χαρακτηριστικά αλλά και εμπορικά, είναι χαρακτηριστικό δε ότι η εμπορική δραστηριότητα των Ελλήνων δημιούργησε πλήθος κοινοτήτων στα Βαλκάνια, την Ιταλία και αλλού.

Άλλη ανάλυση της ιστορίας, θεωρεί τους κατοίκους της Ευρώπης ως νομάδες, περιφερόμενες ομάδες αρχικά βαρβαρικών φυλών, χωρίς ιδιαίτερη ομοιογένεια και πολιτισμικά ερείσματα, ενισχύουν δε την άποψη τους αυτή οι ιστοριογράφοι, στηριζόμενοι στην μεγάλη μετανάστευση των λαών η οποία είχε σαν αποτέλεσμα την κατάρρευση της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας. Η θεώρηση αυτής της ιστοριογραφίας, για αυτούς, έχει καθολική ισχύ για όλα τα ευρωπαϊκά φύλα. Με βάση αυτή τη θεώρηση είναι πολύ δύσκολο έως ακατόρθωτο να αναδειχθούν πολιτισμικές ταυτότητες, καθώς χαρακτηριστικά διαφόρων λαών έχουν αναμειχθεί μεταξύ τους, κάνοντας δυσδιάκριτη την πολιτισμική καθαρότητα. Η σύγχρονη όμως πραγματικότητα διαψεύδει την παραπάνω άποψη, καθώς ο αυθόρμητος προσδιορισμός των ευρωπαϊκών λαών με βάση εθνικά, θρησκευτικά και πολιτισμικά χαρακτηριστικά είναι σήμερα έντονος, ενώ αυτή η ευρωπαϊκή πολιτισμική ταυτότητα που επικαλούνται οι λαοί, δείχνει να προέρχεται από μια βαθιά αγκύρωση στην ιστορία.

Πέρα από τα παραπάνω, σύγχρονα κοινωνικά φαινόμενα όπως ο καταναλωτισμός, στα πλαίσια της παγκοσμιοποίησης επιτείνουν το πρόβλημα φέρνοντας πολιτισμική ομοιομορφία και σύγχυση, με την ενιαία συμπεριφορά αλλά και τα πρότυπα που δημιουργούν, και τελικά καταφέρνουν να εξαπλώσουν την λήθη κάθε ιδιαίτερου πολιτισμικού στοιχείου.

Επιπλέον σύγχρονες ιδεολογικές θεωρήσεις, συγκλίνουν στο επιχείρημα ότι η συνάντηση μας με τους λαούς της Ευρώπης, δεν μπορεί να γίνει με βάση πολιτισμικά και εθνικά κατάλοιπα που πιθανόν να έχουν αφομοιώσει οι λαοί στο διάβα της ιστορίας, τέτοιες θεωρήσεις εντείνουν ακόμα περισσότερο την προβληματική μας. Η ιστορική όμως πραγματικότητα δείχνει ότι ακόμα και στις πιο αδυσώπητες κοινωνικές πρακτικές καταπίεσης των ανθρωπίνων δικαιωμάτων(βλέπε τα καθεστώτα του πρώην ανατολικού μπλοκ) οι λαοί όχι μόνο κράτησαν την πολιτισμική τους ταυτότητα αλλά όταν οι συνθήκες ελευθερίας το επέτρεψαν, ανέδειξαν αυτή την ιστορική τους πορεία σε βασικό στοιχείο της πολιτισμικής τους ταυτότητας.

Εάν πράγματι δικαιολογούνται τα παραπάνω, δηλαδή το αίτημα του διαχωρισμού της ελληνικής και χριστιανικής ταυτότητας των Νεοελλήνων, μια πολιτισμική αποκάθαρση κατά κάποιο τρόπο, τότε μπορούμε να προτάξουμε μια σειρά επιχειρημάτων που θα μπορούσαν να επιταχύνουν αυτή την αποδέσμευση όπως: να σταματήσουμε να διεκδικούμε την ελληνικότητα της Αγίας Σοφίας , ή μπορούμε να τερματίσουμε την εγκατάσταση νησίδων ελληνικότητας, μέσω των πατριαρχείων, σε μια σειρά από χώρες που το βασικότερο στοιχείο επιβεβαίωσης της παρουσίας τους είναι η διάδοση ενός πολιτισμού, από τον οποίο ξεπήδησε ο ευρωπαϊκός πολιτισμός. Είναι κατανοητό ότι όλα τα παραπάνω θα μάς στερούσαν από ένα βέβαιο έρεισμα στην ιστορία και στο παγκόσμιο γίγνεσθαι και βέβαια κανένας δεν θα επιθυμούσε μια τέτοια συρρίκνωση του ελληνισμού.

Εφόσον κάτι τέτοιο είναι απευκταίο, από που προέρχεται το αίτημα που ακούμε όλο και πιο συχνά από επαΐοντες και μη της ιστοριογραφίας για αποσύνδεση της ελληνικής και χριστιανικής ταυτότητας και που βρίσκει την έδραση του; Η επιχειρηματολογία της αποσύνδεσης ελληνισμού και χριστιανισμού, θεωρώ καταρχήν ότι είναι αποτέλεσμα μιας μηδενιστικής αντίληψης της ιστορίας και του ανθρώπινου βίου, με βάση την οποία όλες οι ανθρώπινες αξίες συμπυκνώνονται αποκλειστικά και μόνο στην τεχνολογία και την επιστήμη, ενώ παραγνωρίζει την αξία της ιστορικής ανάδυσης ενός λαού. Η ιστορική μετεώριση που αναδεικνύουν αυτές οι απόψεις, προέρχονται και από ένα μοντέλο λειτουργίας της κοινωνίας μας, η οποία έχει δεχτεί τόσες πολιτισμικές παρεμβάσεις, από την παρουσία των επικυρίαρχων δυνάμεων που εγκαταστάθηκαν στη χώρα ως προστάτιδες δυνάμεις, ώστε να δίνει την εντύπωση ότι ιστορικά είμαστε χωρίς καμία δέσμευση και ρίζωμα, με το παρελθόν. 

Είναι βέβαιο οι παραπάνω στρεβλώσεις και θεωρήσεις της ιστορίας έχουν αφήσει τα σημάδια τους, στην καταγραφή της πολιτισμικής μας πορείας. Σε μια τόσο δύσκολη περίοδο για την χώρα, ερωτήματα για το παρόν και κυρίως για το παρελθόν ως ζωντανή και βιωματική αναφορά του ελληνισμού, μπορούν να ξανατεθούν δημιουργικά στο επίκεντρο του δημόσιου λόγου, ενώ ήδη μια τέτοια προσπάθεια ξεκίνησε με αφετηρία τα 200 χρόνια από την έναρξη της Ελληνικής Επανάστασης.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου